Ο ερχομός

 

Ο Διονύσης παραμέρισε και τους άφησε να μπουν στο διαμέρισμα. Ζητώντας συγνώμη, έβγαλε το κινητό του και τηλεφώνησε στο γραφείο ότι θα καθυστερήσει.

Ο διευθυντής ξερόβηξε και μίλησε με συντομία «Ο γείτονάς σας, ο κύριος Μπαλωμένος, βρέθηκε από τον αδελφό του σήμερα το πρωί νεκρός, με μια βαθιά πληγή στον λαιμό. Αντιληφθήκατε κάτι τη νύχτα;»

Ο Διονύσης έμεινε άφωνος. Δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει το γεγονός ότι κάτι τέτοιο συνέβη δίπλα στο σπίτι του. Επρόκειτο για έναν μοναχικό άνθρωπο, τυπικό εκπρόσωπο της μεσαίας αστικής τάξης, ευγενέστατο. Ένα απόγευμα μάλιστα, πριν καιρό, που είχαν πιάσει την κουβέντα στα όρθια, στον διάδρομο, θυμήθηκε με πόση θέρμη τού μίλησε για τις ιδέες του και τον τρόπο που έβλεπε να λειτουργεί ιδανικά η κοινωνία. Του είχε κάνει εντύπωση η βαθιά του πίστη στις διαδικασίες «συμπερίληψης» (θυμόταν τη λέξη) όλων των ανθρώπων στην κοινωνική λειτουργία. Ο Διονύσης ανέφερε στους αστυνομικούς τη νυχτερινή του εμπειρία με τους θορύβους, παραλείποντας το όνειρο με τις φάλαινες, που εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησε ότι μάλλον είχε σχέση με τις αναμνήσεις του από ένα ταξίδι που είχε κάνει στον Καναδά. Ο υπαστυνόμος κρατούσε σημειώσεις σ’ ένα μπλοκάκι.

«Τι ώρα είπατε;»

«Τέσσερις και μισή το πρωί, κοίταξα το ρολόι» απάντησε ο Διονύσης και πρόσθεσε «Ο κύριος Μπαλωμένος ζούσε μόνος του. Ήξερα πως ήταν πολύ άρρωστος, είχε κάτι σοβαρό, έκανε ακτινοβολίες».

 

Η ήσυχη ζωή

 

Κάθισε στο γραφείο της στο νομικό τμήμα της Εθνικής Τράπεζας, όπου ήταν νομική σύμβουλος. Έβαλε μπροστά της τον φάκελο της «Marvellous House», έναν χοντρό, μπλε, χαρτονένιο φάκελο με άσπρα κορδόνια, από τους παλιούς. Η «Marvellous House» ήταν μια βιομηχανία στα Μέγαρα με δάνεια 350.000.000 δραχμών σε καθυστέρηση. Είχε αποφασίσει και είχε συντάξει την τελική της εισήγηση, ήταν αρνητική. Ο φάκελος έπρεπε να προχωρήσει για τα περαιτέρω: αναγκαστικές εκτελέσεις κτλ.

Χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η γραμματέας του προϊσταμένου της. Την καλούσε στο γραφείο του.

Σηκώθηκε, έκλεισε τον φάκελο, τον πήρε μαζί της και βγήκε στον ψηλοτάβανο διάδρομο της τράπεζας. Οι εσωτερικές πόρτες στο ανακαινισμένο νεοκλασικό ήταν ψηλές, με αδιαφανές γυαλί στο κεντρικό τους μέρος. Δεν κυκλοφορούσαν άλλοι συνάδελφοι κι επικρατούσε ησυχία. Έσπρωξε τη μισάνοιχτη πόρτα της γραμματέας του προϊσταμένου της.

«Γεια σου» της είπε πρόσχαρα. «Ετοιμάζεσαι για τον γάμο, ή ακόμα;»

«Αχ, βρε Μυρτώ, έχω πεθάνει στη δουλειά εδώ μέσα. Ένας γάμος μού έλειπε τώρα».

«Με ζήτησε, λοιπόν, ο κύριος Ζερβουδάκης;» ρώτησε η Μυρτώ.

«Ναι» είπε η γραμματέας του. Και συμπλήρωσε συνωμοτικά «Λίγο νωρίτερα ήταν εδώ ο υποδιοικητής».

 

Ο σεισμός

 

Ο διευθυντής παραγωγής, που ήταν εκεί τους φώναξε «Μην πάτε επάνω! Έγινε μεγάλος σεισμός ‒ πρέπει να μάθουμε νέα».

Τον σεισμό δεν τον περιμένεις, σκέφτηκε ο Διονύσης. Έρχεται από τα έγκατα της γης. Αιφνιδιαστικά, τρομακτικά και τυχαία. Σαν τα ανομολόγητα αισθήματα και τις σκέψεις που έχουμε καταχωνιασμένα μέσα μας, και με τα οποία τώρα τελευταία δεν τα πήγαινε πολύ καλά. Όταν έρθουν στο φως με κάποια αναπάντεχη αφορμή δεν μπορούμε να παραμείνουμε ορθολογιστές.

Παρ’ όλες τις αντίθετες προτροπές από τη Φαίη, μπήκε μέσα και πήγε στο γραφείο του. Δε θα άφηνε αμαχητί τον χώρο του και τα πράγματά του. Ανατρίχιασε με τη δύναμη του πυρήνα της γης, που μ’ ένα γερό μετασεισμό εκείνη τη στιγμή τον ταρακούνησε. Ποιος ξέρει τι υπάρχει κρυμμένο εκεί μέσα, είπε σχεδόν φωναχτά για να ξορκίσει το κακό που ξυπνούσε κάθε τόσο κάτω από τα πόδια του.

«Μπορούν να καταρρεύσουν όλα από τη μια στιγμή στην άλλη;» αναρωτήθηκε και το βλέμμα του γύρισε γύρω γύρω στον χώρο της εταιρείας του. Σκόνη έπεφτε από το ταβάνι.

Ένιωσε πολύ μικρός σε σχέση με τις δυνάμεις που τον περιέβαλαν και χόρευαν σαν δαιμονισμένες γύρω του. Το καρδιοχτύπι του είχε συντονιστεί με τον θόρυβο των επί­πλων από τον νέο μετασεισμό. Ξαναγύρισε τρέχοντας προς την έξοδο του κτηρίου, αφού είχε πάρει μαζί του έναν χαρτοφύλακα, όπου είχε βάλει ορισμένες σημειώσεις του από το γραφείο του, και τον φορητό του υπολογιστή. Το ν περίμενε η Φαίη.

Ο σεισμός ταρακούνησε γερά την πολυκατοικία του Μαυρινού, το διαμέρισμά του και τις προθήκες του. Μόλις σταμάτησε, πήγε γρήγορα κι άνοιξε τη θωρακισμένη πόρτα, για να δει αν οι προθήκες είχαν πάθει τίποτα.

Ο Εγκέλαδος δεν τα πήγαινε καλά με τον Ιανό, σκέφτηκε όταν μπήκε μέσα. Σε δύο προθήκες τα τζάμια είχαν σπάσει. Απρόσεκτη τοποθέτηση, σκέφτηκε. Ένας καινούργιος εσταυ­ρωμένος που ήταν από μάρμαρο και τον είχε αγοράσει από έναν επιτήδειο στο Άγιο Όρος, επειδή δεν τον είχε βάλει στη θέση του μέσα σε προθήκη, έπεσε από το πάνω ράφι και έσπασε την αποκάτω προθήκη με τα κοφτερά αμφίστομα μαχαίρια, τα εγχειρίδια. Ένα από τα μαχαίρια είχε κυλήσει στο πάτωμα. Ήταν αυτό που είχαν χρησιμοποιήσει εκείνη τη νύχτα. Ήταν ένα εγχειρίδιο γοτθικής κατασκευής. Το είχε αποκτήσει πριν μερικά χρόνια. Κάποιες άγριες φυλές των Γότθων το χρησιμοποιούσαν σε θυσίες. Ο θρύλος έλεγε ότι επρόκειτο για ανθρωποθυσίες. Είχανε βρεθεί ανθρώπινα οστά κοντά σε αυτό με χαρακιές επάνω τους. Το θεωρούσε πολύτιμο απόκτημά του. Το είχε διαλέξει να το κρατάει εκείνο το βράδυ ως το καταλληλότερο μαχαίρι. Στον αδελφό του όμως δεν είχε πει ότι το είχε πάρει μαζί του. Απλώς, την κατάλληλη στιγμή βρέθηκε στο χέρι του για να εκτελέσει την αποστολή του.

Το μαχαίρι είχε σχεδιαστεί για τη δουλειά αυτή. Να δίνει γρήγορο θάνατο. Παρόλο που ήταν αρχαίο, έκοβε σαν διάβολος και, όταν ήταν τοποθετημένο μέσα στην προθήκη, έλαμπε στο φως.

 

Το προάγγελμα

 

«Αυτοί οι νέοι κάνουν πράξεις που έχουν έναν απελπισμένο και μερικές φορές ψυχωσικό χαρακτήρα. Βέβαια, αν ρωτήσεις τους ίδιους, θα σου πουν ότι είναι πράξεις υπέρτατου αλτρουισμού. Πράξεις που ανατρέπουν όλο το οικοδόμημα της ορθολογικότητας. Διαθέτουν και τον εαυτό τους στον σκοπό αυτό. Ένα σύστημα που νιώθεις ότι σ’ έχει απορρίψει, θέλεις έστω και συμβολικά να το καταστρέψεις με μια ριζοσπαστική βία που δεν έχει λογική αιτιολόγηση».

«Δυστυχώς» είπε ο Μαυρινός στο τηλέφωνο, μιλώντας με τον αδελφό του, που βρισκόταν στη Νέα Υόρκη. «Αυτά που βλέπεις στις εφημερίδες είναι γεγονός. Την Αθήνα την έκαψαν ένα μάτσο αλήτες και πράκτορες των σιωνιστών. Από την άλλη μεριά, δεν είναι κακό να συμβαίνουν κάποια γεγονότα και να βλέπουμε ως κοινωνία κατάματα τα προβλήματα. Αν αυτό που έχουν φτιάξει δεν μπορεί να εμπνεύσει για ένα καλύτερο μέλλον, και βέβαια εννοώ αυτό που καταλαβαίνω εγώ ως μέλλον, τότε είναι προτιμότερο να καταστραφούν όλα. Από τη στάχτη θα ξαναγεννηθεί μια νέα τάξη πραγμάτων που θα έχει υγιέστερες βάσεις, πολύ πιο βαθιά θεμέλια για να φτιαχτεί μια πιο ρωμαλέα κοινωνία. Το πρόβλημα βέβαια είναι ότι όταν αρχίζει αυτό το πανηγύρι ποτέ δεν ξέρεις πού θα φτάσει. Τι είπες; Όχι, όχι δε νομίζω ότι μπορεί να βρεις εύκολα ποιοι ήταν πίσω από αυτά».

Όμως η συζήτηση στο τηλέφωνο ξεστράτισε. Από εκεί που μιλούσαν για τα γεγονότα της Αθήνας το θέμα ξαναγύρισε στο γνωστό τους θέμα και μάλιστα με αρκετή ένταση.

 

Το προάγγελμα

 

Όταν το κύμα των ταραχών καταλάγιασε, κάπως ησύχασε. Αυτό του έδωσε την ευκαιρία να ανασυγκροτηθεί και να δει ξανά τις εκκρεμότητές του γύρω από το αγκάθι που είχε στα πλευρά του, την υπόθεση Μπαλωμένου.

`Είχε βάλει ξανά μπροστά του τον κατάλογο με τους εμπόρους γραμματοσήμων της Αθήνας. Είχε καταλήξει ότι θα έπρεπε τουλάχιστον να τους ρωτήσει εάν είχαν αντιληφθεί κάτι που θα μπορούσε να συνδέεται με το άτυχο θύμα. Ο κατάλογος δεν ήταν μεγάλος και θα έπρεπε να τους προσεγγίσει. Δε θα καλούσε καθόλου τον Μαυρινό. Έψαχνε για διακίνηση γραμματοσήμων γύρω από αυτόν. Ο χρόνος περνούσε και η υπόθεση αδυνάτιζε. Από την άλλη μεριά, σκεφτόταν παρηγορητικά, ότι εάν υπήρχε κάτι, ίσως να διατηρούταν στις μνήμες και τις συνειδήσεις των ανθρώπων. Τελικά η μεσαία τάξη είχε ένα χαρακτηριστικό. Δεν έκανε εύκολα πίσω, εάν έβλεπε ότι απειλούνταν ένας από τους θεσμούς ή τις ιδέες που θεωρούσε σημαντικές για την ύπαρξη της στον κόσμο. Νομίζω ότι αυτοί οι άνθρωποι για πολλά πράγματα μπορούν να κατηγορηθούν και για πάρα πολλά είναι εξαιρετικά επιεικείς. Πολλές φορές, για παράδειγμα, κλείνουν τα μάτια τους στα οικονομικά εγκλήματα. Εάν όμως βρεθούν μπροστά σε πολιτισμικά και ηθικά διλήμματα η φωνή τους γίνεται πολύ πιο επίμονη. Πιστεύουν ότι τα θεμέλιά μας είναι ηθικά και όχι οικονομικά! Γι’ αυτό και τα προστατεύουν με τόση προσοχή!

Άραγε τι να κάνει τώρα ο δολοφόνος, όπου και αν βρίσκεται;, σκέφτηκε. Θα απολαμβάνει το ότι είχε ξεφύγει;

 

Η μαγεία

 

Ήταν Παρασκευή νωρίς το απόγευμα. Η χώρα ετοιμαζόταν να φέρει στην εξουσία καινούργιους πολιτικούς, που αντιπροσώπευαν στρώματα του πληθυσμού που μέχρι τώρα αισθάνονταν ότι δε συμμετείχαν στην οικονομική και πολιτική ζωή. Νέους, αμφισβητίες πολιτικούς που συνδέονταν με την Αριστερά κι επιζητούσαν μια αλλαγή με άμεσα αποτελέσματα. Κατά κάποιον τρόπο, η αναμενόμενη μεταβολή εναρμονιζόταν με την οπτική από την οποία έβλεπε τον τελευταίο καιρό τα πράγματα ο Αριστείδης. Οι ορίζοντές του σαν να είχαν μικρύνει και δεν ήθελε να κοιτάζει πολύ μακριά. Όχι πως δε θα του ήταν χρήσιμο, αν μπορούσε να το κάνει, αλλά ήθελε να βλέπει τ’ αποτελέσματα των αποφάσεων και των κινήσεών του στη σημερινή του ζωή. Γι’ αυτό και στο επιχειρηματικό πλάνο που έφτιαχναν με τη Μελίνα τής είχε ζητήσει οι προβλέψεις να πηγαίνουν μόνο μέχρι το τέλος του επόμενου χρόνου, όχι παραπέρα.

«Δηλαδή, έχει αυξηθεί πάρα πολύ ο προεξοφλητικός σου συντελεστής» παρατήρησε η Μελίνα.

«Πώς το είπες;»

«Ο τρόπος που προεξοφλείς τα πράγματα του μέλλοντος στο παρόν μηδενίζει το μέλλον. Τώρα για σένα μόνο ό,τι συμ­βαίνει στο παρόν έχει αξία» του είπε διαφωτιστικά με την οικονομική της σκέψη.

Νομίζω, σκέφτηκε ο Αριστείδης, πως η τωρινή μου στάση είναι ένας συμβιβασμός ανάμεσα στον άνθρωπο που σκέφτεται συνεχώς το μέλλον και στον άνθρωπο που σκέφτεται μόνο το παρόν. Γιατί άλλαξε όμως προσανατολισμό; Ίσως γιατί αυξήθηκε γύρω του η αβεβαιότητα, του ήρθε αυθόρμητα η απάντηση. Όταν αυξάνεται η αβεβαιότητα, τι νόημα έχει να σκέφτεται κανείς μακροπρόθεσμα και να κάνει ασκήσεις επί χάρτου; Μήπως όμως όλ’ αυτά συμβαίνουν, επειδή είχε μεγαλώσει; Μπορεί.