Το δίπολο «Αποφυγή της Απώλειας/ Αγάπη για τον Κίνδυνο» διαπραγματεύεται την ανεκτικότητα του ατόμου απέναντι στην απώλεια και τον κίνδυνο. Οι άνθρωποι αξιολογούν μια απώλεια τόσο ως προς τη δυναμική της όσο και ψυχολογικά με διπλάσια «ένταση» σε σχέση με ένα κέρδος ίδιου μεγέθους. Αυτή η ασυμμετρία στην αξιολόγηση καλείται αποστροφή απώλειας.

 

Η αποστροφή της απώλειας υποδηλώνει ότι οι άνθρωποι είναι περισσότερο ευαίσθητοι στη ζημιά από ότι στα κέρδη. Με άλλα λόγια, η απόλυτη υποκειμενική αξία μιας συγκεκριμένης απώλειας είναι μεγαλύτερη από την απόλυτη υποκειμενική αξία ενός ισοδύναμου κέρδους. Συμπεριφέρονται με τέτοιο τρόπο ούτως ώστε να επιλέγουν περισσότερο ασφαλείς επιλογές. Αυτό είναι επίσης η συνέπεια της αποστροφής κινδύνου. Εκείνο όμως που διαφοροποιεί την απροθυμία απωλειών είναι ότι η χρησιμότητα μιας απόδοσης εξαρτάται από αυτό που είχε προηγουμένως βιώσει το άτομο ή ανέμενε να συμβεί. Έτσι, τα άτομα όταν έχουν πιθανότητα να κερδίσουν ένα «σίγουρο» ποσό, θα το προτιμήσουν να λάβουν αυτό έστω και αν υπάρχουν υψηλότερες πιθανότητες να κερδίσουν ένα μεγαλύτερο. Όταν όμως υπάρχει το ενδεχόμενο της απώλειας, η συμπεριφορά τους φαίνεται να είναι σχετικά πιο ριψοκίνδυνη.

 

Αντιθέτως, το άτομο το οποίο αγαπά τον κίνδυνο είναι περισσότερο ευαίσθητο στην απόδοση και λιγότερο στον κίνδυνο που μπορεί να εμπεριέχει μια κίνηση ή απόφασή του. Είναι διατεθειμένο να αναλάβει περισσότερους κινδύνους ενώ εμφανίζεται να ρισκάρει για να κερδίσει υψηλότερες αποδόσεις. Ως εκ τούτου, αναλαμβάνει επενδυτικές πρωτοβουλίες και φαίνεται να μην είναι τόσο ευαισθητοποιημένος απέναντι σε αβέβαια γεγονότα και καταστάσεις.