Το δίπολο της κοινωνικής συμπεριφοράς «Αποδοχή Ανισοτήτων/ Μη Αποδοχή Ανισοτήτων» ή αλλιώς «Απόσταση Ισχύος» υποδηλώνει το βαθμό κατά τον οποίο το άτομο αποδέχεται την άνιση κατανομή της δύναμης στα μέλη της κοινωνίας στην οποία ζει.

Η ανισότητα που αντιμετωπίζει έχει διάφορες εκφάνσεις. Μπορεί να αφορά στον πλούτο, τις ικανότητες ή το γόητρο. Αυτή η ανισότητα αντανακλάται τόσο στις αξίες των λιγότερο δυνατών μελών μίας κοινωνίας, όσο και στις αξίες των δυνατότερων. Επιπλέον, καλλιεργείται μέσα από βασικές σχέσεις της πρώιμης κοινωνικοποίησης (γονιός και παιδί, δάσκαλος και μαθητής). Το άτομο εμφανίζει αυταρχικές συμπεριφορές για αυτό η ισότητα είναι πιο σημαντική από την ελευθερία, διαχωρίζει τους υπόλοιπους ανθρώπους σε ανώτερα και κατώτερα όντα, θεωρεί ότι αυτοί που έχουν εξουσία δικαιούνται να έχουν και προνόμια, θεωρεί λανθασμένη τη διαμάχη μεταξύ ισχυρών και ανίσχυρων, ξεχωρίζει τους γηραιότερους ως πηγή σεβασμού η οποία αποπνέει φόβο, τα παιδιά θεωρούνται ικανά και αποτελεσματικά σε μεγαλύτερη ηλικία, αναμένει μεγάλες προσδοκίες από τη χρήση της τεχνολογίας, υποστηρίζει τις συγκεντρωτικές δομές αποφάσεων στους οργανισμούς και την εργασία και γενικότερα τη αυταρχική ηγεσία.

Όταν κυριαρχούν συμπεριφορές που δεν είναι ανεκτικές προς την ανισότητα, τα άτομα εμφανίζονται κυρίως να προασπίζονται την ισότητα μεταξύ τους και γενικότερα εμφανίζουν πιο ευγενή χαρακτηριστικά. Θεωρούν ότι οι ανισότητες στην κοινωνία θα πρέπει να αμβλυνθούν, υποστηρίζουν τη νομιμότητα που πρέπει να χαρακτηρίζει την άσκηση εξουσίας, έχουν την πεποίθηση ότι οι ισχυροί θα πρέπει να προσπαθούν να δείχνουν λιγότερο ισχυροί, δεν αναγνωρίζουν τους γηραιότερους ως πηγή σεβασμού και φόβου, θεωρούν ότι δεν μπορεί να υπάρχει αρμονία ανάμεσα σε ισχυρούς και ανίσχυρους, τα παιδιά είναι ικανά ακόμα και σε νεαρή ηλικία ενώ δίνουν έμφαση στην αμφίδρομη επικοινωνία μεταξύ των συνομιλητών.