15.11.2018 – Σπύρος Συρόπουλος, Καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας Πανεπιστημίου Αιγαίου

Εισήγηση του κου Συρόπουλου από την παρουσίαση του βιβλίου του Παναγιώτη Πετράκη »Να το πεις της νύχτας σου» στη Νέα Πτέρυγα του Νεστοριδείου Μελάθρου στη Ρόδο στις 15/11/18

Κάθε φορά που διδάσκω ιστορία, εννοώ αρχαία ιστορία, συμβουλεύω πάντα τις φοιτήτριες και τους φοιτητές μου να εξετάζουν την πηγή. Ποιος είναι αυτός που γράφει αυτά που διαβάζω; Θα με βοηθήσει αυτή η πληροφορία να καταλάβω καλύτερα τα γραφόμενα; Πάντα λέω ότι αν γνωρίζω αυτόν που γράφει, θα είμαι σε θέση να αποκωδικοποιήσω καλύτερα τα νοήματα του έργου. Επίσης, θα είμαι σε θέση να νιώσω μεγαλύτερη ασφάλεια για αυτά που λέει. Πάντοτε τους λέω ότι διαφορετικά θα νιώσω όταν διαβάζω ένα βιβλίο ιστορίας από έναν έμπειρο ιστορικό, εκπαιδευμένο στις τεχνικές και στον τρόπο ερμηνείας και αποτύπωσης του παρελθόντος.  Διαφορετικά θα νιώσω αν ο ιστοριογράφος μου είναι ένας γιατρός, ή ένας γεωργός, ή ένας ιερέας, ή ένας επαγγελματίας άλλου πεδίου. Το ίδιο ανασφαλής θα νιώσω αν διαβάσω ένα βιβλίο ιατρικής από έναν μη επαγγελματία. Σεβαστή η προσωπική άποψη του συγγραφέα, αλλά σε κάθε πεδίο νιώθω την ανάγκη της επιβεβαίωσης που φέρει η ιδιότητα του γράφοντος.

Τι γίνεται όμως με τη λογοτεχνία; Τι γίνεται όταν ο συγγραφέας δηλώνει ότι είναι η πρώτη του απόπειρα στο μυθιστόρημα, παρόλο που είναι «φαινομενικά» όπως αναγράφεται στο βιογραφικό του, άνθρωπος των αριθμών, ένας έμπειρος και καταξιωμένος καθηγητής πανεπιστημίου, πολυγραφότατος όσον αφορά στα θέματα ανάλυσης της οικονομίας, αλλά πρωτοεμφανιζόμενος στη λογοτεχνική δράση; Εκεί αλλάζουν τα πράγματα. Η λογοτεχνία δεν είναι επιστημονικό σύγγραμμα. Εκεί είναι που δεν αναζητάς την επικύρωση ενός σχετικού βιογραφικού, αλλά αφήνεσαι στην ανακάλυψη συναισθήματος που σου γεννά ή δεν σου γεννά το δημιούργημα του συγγραφέα και σου αρκεί αυτή η αίσθηση για να αναιρέσεις κάθε άλλη ιδιότητά του, ή τουλάχιστον να την παραμερίσεις για να κάνεις οδηγό και μέτρο αυτό που είναι το μόνο σημαντικό: το βιβλίο του.

H πρώτη σελίδα ενός βιβλίου είναι μία χειραψία. Είναι ένα «χαίρω πολύ…» του συγγραφέα με τον αναγνώστη. Μία πρώτη γνωριμία του τι θα ακολουθήσει η νοηματική ματιά του αναγνώστη. Μυστήρια σχέση.  Τις περισσότερες φορές, ο συγγραφέας δεν θα γνωριστεί, και δεν χρειάζεται να γνωριστεί, με τον αναγνώστη. Αυτό που θα τους δένει για πάντα θα είναι ο άηχος ήχος και η εικονοποιητική δύναμη των τυπωμένων λέξεων, που ξεφεύγουν τόσο από την πρόθεση του συγγραφέα, όσο και από την κατανόηση του αναγνώστη. Το «τι ήθελε να πει» ο συγγραφέας, και το «τι κατάλαβε» ο αναγνώστης, θα παραμείνει ένα αποτέλεσμα σχεδόν αυτόνομο, ανεξάρτητο και από τους δύο. Και αυτό που θα έχει σημασία, θα είναι η ίδια η ιστορία.

ΠΛΟΚΗ 

Η ιστορία ξεκινάει με τον πιο ζωντανό τρόπο που έχει στη διάθεσή του ο συγγραφέας. Με έναν έντονο διάλογο. Σχεδόν κινηματογραφικό. Δύο άνθρωποι ανταλλάσσουν έναν έντονο διάλογο. Δεν δίνονται καν σκηνοθετικές οδηγίες παρά μόνο μετά τον διάλογο. Όλες οι πληροφορίες που χρειαζόμαστε για να καταλάβουμε την ουσία, τον χρόνο, την εικόνα της σκηνής, βρίσκονται μέσα στον ίδιο τον διάλογο.

“Πάμε να φύγουμε. Οι θόρυβοι μπορεί να ξύπνησαν κανέναν. Τέτοια ώρα ακούγονται πολύ πιο δυνατά. Στο μπάνιο δεν πήγαμε. Έπλυνα τα ποτήρια. Τελείωνε με τη συλλογή και πάμε, σου λέω!»

«Έβαλες το μαχαίρι;»

«Ναι, στο χέρι του. Πάμε, άντε. Τρελάθηκες;»

«Το δικό μας το πήρες;»

«Ναι σου λέω. Πάμε!»

Οι δύο άντρες, ο ένας ψηλός και ο άλλος λίγο πιο κοντός, φορώντας καμπαρντίνες και γάντια, βγήκαν από το διαμέρισμα κλείνοντας αθόρυβα την πόρτα.

Εδώ πρόκειται για την πρώτη σκηνοθετική οδηγία, μία βοήθεια στο μυαλό μας για να ζωγραφίσει τη σκηνή που έχει ήδη καθοριστεί μέσα από τον διάλογο. Και καμία αμφιβολία δεν παραμένει για το τι έχει γίνει. Ήδη στην επόμενη σελίδα θα μάθουμε ότι έχουν διαπράξει μία διάρρηξη και έχουν δολοφονήσει έναν άνθρωπο.

Ακολουθώντας μοτίβα δοκιμασμένα από την αρχαία λογοτεχνική παράδοση αλλά και την κινηματογραφική αποτύπωση της πλοκής, ο Παναγιώτης Πετράκης παρακολουθεί την ιστορία του, χωρίς, ίσως, να συνειδητοποιεί και ο ίδιος ποια χνάρια πατούν οι τεχνικές του. Από την αρχή του βιβλίου ξέρουμε τι έχει συμβεί. Ένας φόνος τους δολοφόνους του οποίου τους γνωρίζουμε. Δεν αναλώνουμε τη συναισθηματική έντασή μας στην προσπάθεια να διαλευκάνουμε τον φόνο. Η απάντηση μας έχει δοθεί. Τι κερδίζουμε;

Κερδίζουμε αυτό που ο συνθέτης της Οδύσσειας, για παράδειγμα, έχει κερδίσει με την τεχνική του εγκιβωτισμού, αυτό που στα λατινικά ονομάζεται in medias res, η αφήγηση από την μέση των πραγμάτων. Όταν παρουσιάζει τον Οδυσσέα στα μάτια μας ζωντανό, ασφαλή στο νησί των Φαιάκων, και τον κάνει αφηγητή μίας επικίνδυνης περιπέτειας, από την οποία θα μας έχει στερήσει την αγωνία για την έκβασή της και θα μας επιτρέψει να απολαύσουμε την εξέλιξή της. Κερδίζουμε αυτό που ο κάθε ποιητής της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας κέρδιζε κάθε φορά που παρουσίαζε ένα έργο στο κοινό του: κανένας, τουλάχιστον από τους σωζόμενους, αρχαίους δραματικούς ποιητές δεν διαγωνιζόταν στην αφήγηση πρωτότυπων ιστοριών, αλλά στην πρωτότυπη αφήγηση ιστοριών. Ιστοριών που ήταν ήδη γνωστές στους θεατές του. Όλοι ήξεραν την ιστορία της Αντιγόνης, της Μήδειας, της Ελένης και όλων των υπολοίπων έργων που παρακολουθούσαν. Τι κέρδιζε ο ποιητής παρουσιάζοντας κάτι του οποίου όλοι γνώριζαν την υπόθεση και την έκβαση; Την προσοχή τους. Αφαιρούσε από το κοινό την αγωνία της επόμενης σκηνής, την αγωνία της ανακάλυψης του αιτίου και επέτρεπε την επικέντρωση της προσοχής στις λεπτομέρειες που οδήγησαν σε αυτήν την πράξη ή την χρονική στιγμή, προσθέτοντας παραμέτρους που τον ενδιέφεραν. Κινηματογραφικά το έκανε ο Quentin Tarantino, στο Pulp Fiction, όπου μας έδινε το τέλος μίας μικρής ιστορίας, έκανε μία αναδρομή στην αρχή της, ώστε να μπορέσουμε με την άνεσή μας να παρακολουθήσουμε τα βήματα που οδήγησαν ως το σημείο που έχουμε δει. Και μετά άλλη μία, κι άλλη μία. Και όλες αυτές οι υπο-ιστορίες να συνθέτουν ένα σύνολο ανθρώπων που ενώ στην αρχή φαινόταν σαν να μην έχουν καμία σχέση μεταξύ τους, σιγά σιγά ανακαλύπτουμε τις σχέσεις που τους ενώνουν.

Τι μου έλεγε λοιπόν αυτή η γνωριμία της πρώτης σελίδας του βιβλίου με τον παράξενο τίτλο Να το πεις της νύχτας σου; Τι κρατούσα στα χέρια μου; Προφανώς ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Από αυτά που κρατούν ευχάριστη παρέα σε μία στιγμή που κάποιος θέλει να αδειάσει το μυαλό του, να χαλαρώσει και να ξεφύγει από την καθημερινότητα. Όμως δεν ήταν έτσι.

Άθελά μου, ακολούθησα πάλι τον φιλόλογο μέσα μου, κάνοντας συσχετισμούς με άλλα έργα. Δεν ήταν ένα απλό αστυνομικό μυθιστόρημα αυτό που διάβασα. Ήταν κάτι σαν το Όνομα του Ρόδου, του Ουμπέρτο Έκω. Ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που εξελίσσεται σε ένα μεσαιωνικό μοναστήρι όπου διαπράττονται μία σειρά από περίεργες δολοφονίες. Η εξιχνίαση του μυστηρίου οδηγεί στην αποκάλυψη ενός επτασφράγιστού μυστικού, για τη συγκάλυψη του οποίου γίνονται όλες αυτές οι δολοφονίες. Όπως και στο Όνομα του Ρόδου το σημαντικό δεν είναι η αστυνομική πλοκή, ούτε καν το μυστικό. Αλλά η αξία που δίνουμε εμείς σε αυτό, έτσι και στο μυθιστόρημα του Παναγιώτη Πετράκη, δεν είναι τόσο η άψογη παρουσίαση της αστυνομικής περιπέτειας, της διαλεύκανσης του μυστηρίου, όσο οι βαθύτερες αξίες που διέπουν τις σχέσεις των ανθρώπων που σχετίζονται με αυτήν τη δολοφονία.

Πραγματικά, δεν είναι μόνο η συλλογή των πολύτιμων γραμματοσήμων που γίνεται αφορμή να δολοφονηθεί κάποιος  αυτό που ωθεί τον αναγνώστη να συνεχίζει να διαβάζει.

Η ΔΟΜΗ

Η δομή του βιβλίου είναι δηλωτική της ισορροπίας ανάμεσα στην φαινομενικά απλή ιστορία αλλά και στην πολύπλοκη αποτύπωση των αξιών που διέπουν τις ζωές των ανθρώπων.  Εάν έψαχνα για την πρώτη σκηνοθετική καθοδήγηση του συγγραφέα και την πρώτη υποβολή σκέψης, θα έβλεπα τους τίτλους των κεφαλαίων. Το πρώτο μέρος του βιβλίου ξεκινάει με το κεφάλαιο που ονομάζεται Ο ερχομός. Το επόμενο περιγράφει την Ήσυχη ζωή. Και μετά από την περιγραφή πάμε στις αξίες: Απαλλοτρίωση και ευτυχία, τιτλοφορείται το επόμενο. Μετά μία Συνάντηση, μετά  ο σεισμός και ακολουθεί το κεφάλαιο τυχαιότητα και αμφισημία. Ο τίτλος κάθε κεφαλαίου θα είναι πάντα δηλωτικός του τι θα περιμένει ο αναγνώστης. Σαφής, μαθηματικός τρόπος της καθαρότητας στο ξεδίπλωμα της σκέψης αλλά και της πλοκής.

ΟΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ

Οι χαρακτήρες του βιβλίου, όπως και όλο το νόημα του βιβλίου, χαρακτηρίζονται από δίπολα κάποιων σημαντικών χαρακτηριστικών. Σχεδόν σαν ήρωες παραμυθιού, χαρακτηρίζονται από δύο ιδιότητες που τους ξεχωρίζουν από τους υπόλοιπους. Όλοι είναι αυτό και αυτό. Όλοι πλην ενός. Του αστυνομικού Βελλή που προσπαθεί να διαλευκάνει το μυστήριο. Δεν χρειάζεται να έχει κάποιο χαρακτηριστικό που να τον καθιστά περισσότερο ενδιαφέροντα από το μυστήριο ή από τους άλλους χαρακτήρες. Δεν είναι ο Sherlock Holmes με τις ιδιαιτερότητες του χαρακτήρα του, ή ο εκλεπτυσμένος Πουαρώ. Είναι απλά το μέσον της ανακάλυψης. Το σταθερό, αχρωμάτιστο, κεντρικό μέσο της πορείας μέσα στην ιστορία, που επιτρέπει σε κάθε άλλο χαρακτήρα να μεταμορφωθεί από περιθωριακό και συμπληρωματικό στοιχείο σε ουσιαστικό κομμάτι ενός παζλ που συνθέτει την εικόνα. Είναι ωραίο ο κεντρικός ήρωας, να γίνεται απλός συνδετικός κρίκος και να μας κάνει να ρίχνουμε τη ματιά μας γύρω γύρω, ανακαλύπτοντας την ιστορία σαν να είμαστε εμείς οι αστυνομικοί ερευνητές.

Οι ήρωες είναι άνθρωποι καθημερινοί. Άνθρωποι όπως εμείς. Ο Διονύσης, ο Φώτης, η Μελίνα, η Μυρτώ…. Τους παρακολουθούμε να εξελίσσονται σε 16 χρόνια και να εγκληματούν. Τι έγκλημα κάνουν; Το έγκλημα της σιγουριάς που οι περισσότεροι Έλληνες διέπραξαν πριν την οικονομική κρίση. Οι ήρωες ζούσαν την εποχή της ευδαιμονίας, χωρίς να υπολογίζουν ποτέ την πιθανότητα της κατάρρευσης μίας επίπλαστης οικονομικής ευτυχίας, στηριγμένης σε εχέγγυα που δεν ήταν ισχυρά, ζώντας μία ζωή της υπερβολής και του οικονομικού δήθεν. Όλοι οι ήρωες σχετίζονταν από παλιά. Φίλοι παλιοί από το σχολείο. Είδαν τις ζωές του να περνούν από την υπερβολή της φαινομενικής οικονομικής ευδαιμονίας στο άγχος της καθημερινής ανασφάλειας και πίεσης από την οικονομική κρίση. Κανένας τους δεν γνωρίζει τον τρόπο που σχετίζεται με το συγκεκριμένο έγκλημα. Εκτός από έναν. Και ουσιαστικά δεν χρειάζεται να το γνωρίζουν. Γιατί αυτό θέλει ο συγγραφέας και γιατί αυτό συνέβη με όσους και όσες ζούσαν στην Ελλάδα αυτήν την περίοδο: συμμέτοχοι, αν όχι συνένοχοι, σε ένα έγκλημα που συντελούνταν υπό την σιωπηρή συναίνεση και ακόμη και την ενοχοποιητική άγνοιά τους.

Η σχέσεις του θα επιτρέψουν στον συγγραφέα να ξεφύγει από την επιφάνεια της πλοκής. Να εμβαθύνει σε βαθύτερους προβληματισμούς χωρίς όμως αυτό να φαίνεται. Χωρίς να γίνεται κουραστικό. Χωρίς κανέναν πομπώδη διδακτισμό ή μεγαλόσχημες φιλοσοφικές αναλύσεις. Απλά θα αφήσει να δούμε μέσα από τη δράση και τις σχέσεις των ανθρώπων, την αξία της αλληλεγγύης, την αναπόφευκτη ουσία της τυχαιότητας στη ζωή, τη μεταβλητότητα της ευδαιμονίας και την εσωτερική δύναμη του χαρακτήρα. Πάντα σε δύο επίπεδα, ένα άμεσα κατανοητό, διασκεδαστικό και ανάλαφρο και ένα βαθύτερο που προβληματίζει και ωθεί σε εσωτερικό διάλογο τον αναγνώστη του, το βιβλίου ξεδιπλώνεται χωρίς να κουράζει, χωρίς να επιβάλλει τίποτα, παρά μόνο ωθώντας μας να το ανακαλύψουμε συνέχεια.

Και όλα αυτά τα παρακολουθεί κανείς με την άνεση που ο συγγραφέας επιτρέπει στον αναγνώστη κάνοντάς του δώρο την αμεσότητα του λόγου.

Ο Παναγιώτης Πετράκης μπορεί να είναι φαινομενικά πάντα, άνθρωπος των αριθμών, αλλά σίγουρα αυτή η ιδιότητά του τον βοηθάει να γίνει άνθρωπος των κατάλληλων λέξεων. Εδώ αναγνωρίζει κανείς τη νομοτέλεια των αριθμητικών συσχετισμών και τη βλέπει να μεταμορφώνεται σε μία οικονομία λέξεων με νομοτελειακή σχέση. Κάθε λέξη είναι ο απόλυτος προσδιορισμός της στιγμής. Δεν υπάρχει περιττή φλυαρία. Σχεδόν απουσιάζουν οι μακροσκελείς εσωτερικές ρήσεις και οι τριτοπρόσωπες αναλύσεις σκηνών και νοημάτων. Ο λόγος είναι τόσος όσος χρειάζεται. Απλός. Άμεσα κατανοητός. Μεστός και ουσιαστικός. Δεν μας αφήνει να πελαγοδρομούμε με τη σκέψη. Ζωντανοί διάλογοι και μεστές περιγραφές. Το μυαλό φτιάχνει αμέσως την εικόνα. Τηλεοπτικές σελίδες. Σε καλούν να τις ακολουθήσεις με ενδιαφέρον, χωρίς να γυρνάς πίσω. Σε κάθε σελίδα ξέρεις καλά τι έχει γίνει και είσαι έτοιμος και έτοιμη να βυθιστείς στην επόμενη. Ο χειριστής του λόγου αυτού του βιβλίου μπορεί να μην είναι φιλόλογος, αλλά σίγουρα είναι λογοτέχνης.

Ακόμη και η – ενδεχομένως μη συνειδητή – επιλογή της πολύτιμης συλλογής των γραμματοσήμων με την κεφαλή του Ερμή, ξυπνάει στον φιλόλογο μία σημειολογία που είναι το λιγότερο ενδιαφέρουσα. Ο συλλέκτης πεθαίνει λόγω της κατοχής του Ερμή. Ο Ερμής… ο κερδώος Ερμής… αυτός που λάτρεψε και αντικειμενοποίησε ο συλλέκτης (αλλά και μία γενιά ολόκληρη Ελλήνων) … ο Ερμής ο Ψυχοπομπός….αυτός που τώρα τον οδηγεί στον θάνατό του, κυριολεκτικά πια, εκτός από μεταφορικά.

ΝΟΗΜΑ  – ΑΞΙΕΣ

Κλείνοντας το βιβλίο, ο αναγνώστης θα γυρίσει άθελά του στο πρώτο ερώτημα που έθεσα. Τι ήταν αυτό που διάβασα; Τι επιβεβαίωσα μετά την πρώτη γνωριμία μου με το βιβλίο; Διάβασα ένα αστυνομικό μυθιστόρημα; Διάβασα μία ηθογραφία της εποχής μας; Μία ματιά στην σύγχρονη επικαιρότητα των οικονομικών και πολιτικών παραμέτρων της ζωής του σήμερα; Διάβασα μία εσωτερική πραγματεία για τις αξίες που διέπουν τη ζωή των ανθρώπων; Τελικά ήταν όλα μαζί. Αυτό που διάβασα ήταν ένα βιβλίο που κινήθηκε όπως οι περισσότεροι χαρακτήρες του σε δίπολα, με κυριότερο από όλα το δίπολο της διασκεδαστικής ανάγνωσης και της αφόρμησης βαθύτερου προβληματισμού. Ένα βιβλίο που μεταμορφώνεται όχι όσο το διαβάζει κανείς, αλλά αφού το έχει αφήσει από τα χέρια του και σε μία ήσυχη στιγμή ανακαλέσει το αίσθημα που του προκάλεσε.

Όπως λέει και στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, καθώς ο αναγνώστης παρακολουθεί έναν ηλικιωμένο καθηγητή να συμβουλεύει την κόρη του, αντιλαμβάνεται ότι ο προβληματισμός του βιβλίου έχει ως αντικείμενο την ανθρώπινη ψυχή.  Και το εμβληματικό απόφθεγμα, το καταστάλαγμα της σοφίας η κοπέλα θα μοιραστεί με τον πατέρα της, είναι η παραδοχή της πιο απλής αλήθειας, αυτής που όλοι έχουμε ψιθυρίσει στον εαυτό μας κάποια στιγμή, χωρίς πάντοτε να είμαστε σε θέση να το παραδεχτούμε ανοιχτά, είναι ότι  η ικανοποίηση στη ζωή έρχεται όταν μπορείς να πετυχαίνεις αυτό που θεωρείς σημαντικό, χωρίς να «μπερδεύεις την επιτυχία με την ευτυχία».

Σπύρος Συρόπουλος

Καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών

Πανεπιστήμιο Αιγαίου


Για περισσότερες πληροφορίες επισκεφθείτε τη σελίδα της βιβλιοπαρουσίασης.

ΑΡΘΡΑ

13.12.2018 – Τασούλα Τσιλιμένη, Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Συγγραφέας

Εισήγηση της κας Τσιλιμένη από την παρουσίαση του βιβλίου του Παναγιώτη Πετράκη »Να το πεις της νύχτας σου» στο Public Τσιμισκή, την Πέμπτη 13/12/2018 Ο κ. Πετράκης δημιουργεί ένα ιστορικό μυθιστόρημα, με στοιχεία αστυνομικής λογοτεχνίας, με κεντρικό άξονα την κρίση που αποτελεί τον  βασικό θεματικό πυρήνα της αφήγησης. Εύλογα μπορεί κανείς να εικάσει ότι  γνώστης της […]

∆ΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

15.11.2018 – Συνέντευξη του Παναγιώτη Πετράκη στο Ραδιοφωνικό Σταθμό »Λυχνάρι» της Ρόδου

∆ΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ‘’Η ΡΟΔΙΑΚΗ’’, ΣΑΒΒΑΤΟ 17 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2018

Ο Δήμος Ρόδου, το Διεθνές Κέντρο Συγγραφέων και Μεταφραστών Ρόδου - ΔΟΠΑΡ και οι εκδόσεις Ροπή παρουσίασαν την Πέμπτη 15 Νοεμβρίου στη Νέα Πτέρυγα του Νεστορίδειου Μελάθρου το πρώτο μυθιστόρημα του καταξιωμένου ακαδημαϊκού, Καθηγητή Οικονομικών ΕΚΠΑ, Παναγώτη Πετράκη, «Να το πεις της νύχτας σου», σε μια βραδιά υψηλού επιπέδου και αισθητικής.- Εφημερίδα ''Η Ροδιακή'' Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2018

∆ΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
∆ΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Φόρμα παραγγελίας

Για τηλεφωνικές παραγγελίες καλέστε στο τηλέφωνο +30 6942475636


Τροπός παράδοσης: ACS
Δωρεάν αποστολή εντός 4-5 εργάσιμων ημερών.

Τρόπος Πληρωμής: Αντικαταβολή
Η τιμή συμπεριλαμβάνει τα έξοδα αντικαταβολής.
Η απόδειξη θα σας σταλεί μαζί με το βιβλίο.
Na to peis ths nuxtas sou image

Να το πεις της νύχτας σου

ISBN: 978-618-5289-17-1
Συγγραφέας: Παναγιώτης Πετράκης
Αριθμ. Σελίδων: 463
Αρχική Τιμή: 19 €
Τελική Τιμή για online παραγγελίες: 17 € (δωρεαν τα έξοδα αποστολής)